παθολόγος

παθολόγος
ο , η врач-терапевт

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "παθολόγος" в других словарях:

  • παθολόγος — ο, η γιατρός ειδικευμένος στην παθολογία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pathologist (< πάθος + λόγος*)] …   Dictionary of Greek

  • παθολόγος — ο, η γιατρός που ασχολείται με την παθολογία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γκόλτζι, Καμίλο — (Camillo Golgi, Μπρέσια 1844 – Παβία 1926).Ιταλός παθολόγος και ιστολόγος. Οι πιο σημαντικές μελέτες του αφορούν την παθολογία της ελονοσίας και την ιστολογία του νευρικού συστήματος. Με το όνομά του είναι γνωστή μία τεχνική χρώσης των ιστών,… …   Dictionary of Greek

  • -λόγος — (AM λόγος) β συνθετικό πολλών παροξύτονων ονομάτων και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που δηλώνουν αυτόν που λέει ό,τι δηλώνει το α συνθετικό (αισχρολόγος «αυτός που μιλάει αισχρά», ευφυολόγος «αυτός που λέει έξυπνα αστεία») ή αυτόν που …   Dictionary of Greek

  • Βίρχοβ, Ρούντολφ — (Rudolf Virchow, Σιβελάιν, Πομερανία 1821 – Βερολίνο 1902). Γερμανός παθολόγος. Με τις θεωρίες του μετέβαλε πολλές δογματικές απόψεις του 19ου αι. Υποστήριξε την κυτταρική θεωρία, διακηρύσσοντας ότι η έδρα κάθε νόσου βρίσκεται πάντα στα κύτταρα… …   Dictionary of Greek

  • Βον, Βίκτορ Κλάρενς — (Victor Clarence Vaughan, Μάουντ Έρι, Ράντολφ, Μισούρι 1851 – Ρίτσμοντ 1929). Αμερικανός φαρμακολόγος και παθολόγος. Δίδαξε φυσιολογία και χημική παθολογία στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου έγινε καθηγητής στην έδρα της υγιεινής και της χημικής …   Dictionary of Greek

  • Καρνταρέλι, Αντόνιο — (Antonio Cardarelli, Ιζέρνια 1831 – Νάπολη 1926). Ιταλός παθολόγος. Διευθυντής της ιατρικής κλινικής του πανεπιστημίου της Νάπολης, αναγορεύθηκε γερουσιαστής το 1896. Ανάμεσα στα ιατρικά του συγγράμματα συγκαταλέγονται Τα ανευρύσματα τηςαορτής… …   Dictionary of Greek

  • Κονχάιμ, Γιούλιους Φρεντερίκ — (Julius Friedrich Cohnheim, Ντέμιν 1839 – Λειψία 1884). Γερμανός πειραματικός ιστολόγος και παθολόγος. Σπούδασε ιατρική στα πανεπιστήμια Βίρτσμπουργκ, Γκράισβαλντ, Μάρμπουργκ και Βερολίνου, όπου υπήρξε μαθητής του Ρ. Βίρχοφ (1864) στο Παθολογικό… …   Dictionary of Greek

  • Μέτσνικοφ, Ιλία Ίλιτς — (Ilya Ilich Mechnikov, Χάρκοβο Ουκρανίας 1845 – 1916). Ρώσος βιολόγος και παθολόγος, ένας από τους ιδρυτές της εξελικτικής εμβρυολογίας. Ο Μ. αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Χάρκοβο το 1864. Ειδικεύτηκε στη βιολογία σε πανεπιστήμιο της… …   Dictionary of Greek

  • Ντόμαγκ, Γκέρχαρντ — (Gerhard Domagk, Λάγκοβ Μπράντενμπουργκ 1895 – Μπούργκμπεργκ 1964). Γερμανός παθολόγος και μικροβιολόγος. Καθηγητής της γενικής παθολογίας στο Μίνστερ (1928), διηύθυνε κατόπιν ως ερευνητής (1945) το Ινστιτούτο πειραματικής παθολογίας και… …   Dictionary of Greek

  • Ρεκλινγκχάουζεν, νόσος του- — Ονομασία δύο παθήσεων, που επισήμανε ο Γερμανός παθολόγος Φρίντριχ φον Ρεκλινγκχάουζεν (1833 1910). Η πρώτη, που ονομάζεται και νευροϊνωμάτωση, αντιστοιχεί σε μια κατάσταση συγγενή και συχνά οικογενή, που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»